έφιππος

έφιππος
η, ο [ος, ον] 1. конный, сидящий верхом на лошади;

έφιπποςοι μονάδες — конные части;

έφιππος ιλη ιππικού — кавалерийский эскадрон;

έφιππος χωροφυλακή — конная жандармерия;

2. (ο ) конник

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "έφιππος" в других словарях:

  • Ἔφιππος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔφιππος — on horseback masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έφιππος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ολύνθιος ιστοριογράφος (4ος αι. π.Χ.). Ακολούθησε τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του εναντίον των Περσών. Ο Αρριανός αναφέρει ότι o Αλέξανδρος όρισε τον Έ. και τον Αισχύλο τον Ρόδιο επισκόπους, δηλαδή επόπτες των… …   Dictionary of Greek

  • Ἒφιππος καὶ πεζός, ἄφαντος συνοδία. — ἒφιππος καὶ πεζός, ἄφαντος συνοδία. См. Пеший конному не товарищ …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • έφιππος — η, ο αυτός που ιππεύει, που είναι καβάλα σε ζώο, ο καβαλάρης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἔφιππον — ἔφιππος on horseback masc/fem acc sg ἔφιππος on horseback neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐφίπποις — Ἔφιππος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφίπποις — ἔφιππος on horseback masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐφίππου — Ἔφιππος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφίππου — ἔφιππος on horseback masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐφίππους — Ἔφιππος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»